Tag Archives: ο μπαμπάς μου

12

Από τις πιο αγαπημένες μου αναμνήσεις είναι να σε βλέπω να χορεύεις και να σε καμαρώνω τη στιγμή που σε έχει κυριεύσει το μεράκι. Σε πανηγύρια, στη γιορτή σου, σε οικογενειακές μαζώξεις και εξόδους.

Δε θα ξεχάσω πόσο αγγαρεία μου  φαίνονταν στην εφηβεία οι χοροεσπερίδες που έκανε το σωματείο σου και ο σύλλογος του χωριού στις οποίες με «έσερνες» .  Δεν άντεχα που έπρεπε να ντυθώ καλά και να υπομένω όλους αυτούς , που θεωρούσα βαρετούς  συντηρητικούς μικροαστούς. Κι όταν κάποτε βρήκα το θάρρος να σε ρωτήσω γιατί έπρεπε να ‘ρθω οπωσδήποτε μαζί,  μου είπες πως το έκανες για να έχεις παρέα στο χορό. Η μάνα δε χόρευε και ποτέ δεν της άρεσε.  Εγώ κι η μικρή  είχαμε πάρει από σένα.

Κι όταν ήταν οι μουσικοί καλοί, χόρευες όλο το βράδυ  δημοτικά , ειδικά τσάμικα. Όταν σε κυρίευε το μεράκι δεν υπολόγιζες κούραση.

Ένα πρωί την προηγούμενη βδομάδα η μικρή μου ΄πε να μπω στο προφίλ της θείας Α. να δω ένα βίντεο με σένα . Κάποια στιγμή βρήκα το κουράγιο και μπήκα να δω. Ήταν ένα βίντεο που χόρευες, σαραντάρης ακόμα σ’ ένα πανηγύρι το αγαπημένο σου τσάμικο, τον ήλιο . Αυτό το δίλεπτο στιγμιότυπο ήταν γερό σοκ για μένα. Να σε βλέπω ζωντανό να χορεύεις νέος και να ξέρω πως 12 χρόνια τώρα έχεις πεθάνει και δεν υπάρχει καμιά περίπτωση να σε ξαναδώ, μ έκανε να κλαίω με λυγμούς.

Η αντίδρασή μου τάραξε τη μάνα και προσπάθησε να με  συνεφέρει και μάλωσε τη μικρή. Δε θα συνηθίσουμε ποτέ, μπαμπά μου, την απουσία σου να το ξέρεις. Ακόμα σ΄αγαπάμε και μου λείπεις όλο και πιο πολύ.

 

Advertisements

Με αφορμή

Διαβάζοντας ένα βιβλίο που μιλάει με αγάπη στη σειρά για το Μάρκο, την Πόλυ Πάνου, τον Στέλιο οι γνώριμοι στίχοι που παρεμβάλλονται στο κείμενο σου δημιουργούν την ανάγκη να  ξανακούσεις τα τραγούδια.

Στο «Εγώ με την αξία μου» θυμάσαι τις κασέτες του μπαμπά με τα λαϊκά, που τραγουδούσαν οι δυο σπουδαίοι γι αυτόν, ο Γρηγόρης και ο Στέλιος. Με τραγούδια που ‘χαν πει αυτοί τον ξεπροβόδισες κι εσύ.

Αυτές τις δυο τρεις κασέτες τις έπαιρνες κλεφτά μαζί στα μαθητικά  γλέντια. Θυμάσαι και τον μπαμπά τον ίδιο που σε χαρούμενες περιστάσεις όταν μερακλωνόταν,  χόρευε τα ζεϊμπέκικα όπως οι παλιοί οι μάγκες, που πρόλαβε στην Αθήνα στα μισά της δεκαετίας του  ’50 , όταν έφηβος ήρθε να δουλέψει.

Όλο κι πιο αραιά το χόρευε καθώς περνούσαν τα χρόνια. Σε πείραζε που εσύ χόρευες λίγο πιο διαφορετικά και σε κοιτούσε όλος ένας γελαστός  ήλιος από περηφάνια και καμάρι, γιατί του ΄μοιασες στο μεράκι. Κι όταν τον παρακινούσες να χορέψει,  σου ΄λεγε πως μετά το ατύχημα είχε χάσει την ευστάθειά του .

Πια κι εσύ ,τώρα που δεν είναι εδώ, το χορεύεις σπάνια όταν σε κυριεύσει το μεράκι ή όταν ακούσεις  κάποιο από αυτά που χόρευε εκείνος.

11

Ντοάνα

Φέτος κατεβήκαμε όπως κάθε χρόνο αρχές Αυγούστου στο χωριό ως το δεκαπενταύγουστο που γυρίζουμε, πολύ νωρίτερα από ότι όταν ήσουν μαζί μας. Τώρα πια δε ξυπνάω το πρωί της 1ης Σεπτέμβρη περιμένοντας με αγωνία να δω  πότε θα το θυμηθείς. Ξέρω πια πως σχεδόν όσοι αγαπώ με αγαπούν είτε μου ευχηθούν είτε όχι.  Όμως εσύ ήσουν πάντα πριν από όλους και για τις 4 μας και το ΄ξερες . Ήμασταν κι εμείς για σένα πρώτα, τουλάχιστον οι 3 μας, τα κορίτσια σου.

Αφού παντού εδώ λείπει η φυσική σου παρουσία κι ας είσαι παρών στα χαρακτηριστικά που μας κληροδότησες (στα πρόσωπα και στα σώματα ) και σε ορισμένες συμπεριφορές, που λες και μας τις  μετέδωσες με ώσμωση, το μέρος που έχει μείνει να νιώθω πιο κοντά σου είναι το εκεί κι ας γίνεται ακόμα πιο αισθητή η απουσία σου. Έρχομαι κάθε κάποια  απογεύματα βλέπω τη θέα από τον Άη Γιώργη στην απέναντι μεριά και θυμάμαι πως το παράθυρο στο νοτιά ήταν η προτίμησή σου.

Επωφελούμαι της ευκαιρίας που η μάνα δεν μπορεί να ΄ρθει μαζί μου, κάθομαι για λίγη ώρα σκέφτομαι όσα θα ΄θελα να σου πω αλλά δεν μπορώ. Μόνο κοιτώ πότε απέναντι και πότε τη φωτογραφία σου. Την αντιπαθώ τη συγκεκριμένη για δύο λόγους: που ΄ναι από τη μέρα του γάμου και που ΄σαι τόσο σοβαρός.Είναι από τη συγκίνηση λέει η μάνα. Είναι που μ’ έχανες, λέω εγώ, και σκέφτομαι τα χαμένα χρόνια μακριά σας. Χάθηκαν τόσες άλλες που ΄σαι γελαστός; Αλλά η γνώμη μου δε μετράει.

Ακόμα λείπεις σε όλους μας πολύ και ακόμα φοβάμαι μην ξεχάσω, μη συνηθίσω χωρίς εσένα. Τώρα πια δεν αναρωτιέμαι πόσο διαφορετική θα΄ταν η ζωή μου και κάποιες αποφάσεις μου αν δε σ’είχαμε χάσει. Περνάν τα χρόνια θέλοντας και μη και η ζωή πάει παρακάτω αφήνοντας  πίσω παλιά ερωτήματα που έτσι κι αλλιώς απάντηση δε θα πάρουν. Τα εγγόνια που γνώρισες αγνώριστα πια και τ’ άλλα που δεν πρόλαβες κι αυτά μεγάλωσαν.Το Μητσάκι μας που του κουβαλούσες από το ποτάμι καβουράκια και του το τραγουδούσες τεταρτοετής φοιτητής πια , η Λενιώ μας που την πείραζες για τη λουλουδένια βερμούδα  πρωτοετής, το Γωγουλέλι μου κορίτσαρος στα 9 κι η Θυμιώ μας νήπιο.

Είναι τόσα που σκεφτόμουν κι ήθελα να σου πω. Λυπάμαι που δεν μπορώ να πιστεύω πια ότι κάπου θα΄ναι η ψυχή σου μέσα στα βουνά και τα ποτάμια της παιδικής σου ηλικίας και θα σφυρά χαρούμενα σαν τ΄αηδόνι που άκουσα ένα πρωί στις πεύκες.

Όταν φτάσαμε όμως κείνο το πρωί στις πηγές στου Σαϊντάκα, κάτσαμε στο καφενεδάκι-ταβερνάκι να φάμε πέστροφες κι η δίπλα παρέα έπιασε να τραγουδά τη ρούσα παπαδιά, κοιταχτήκαμε όλοι και σκεφτήκαμε το ίδιο πράγμα: εσένα.

Βέβαια όσο μεγαλώνω χρειάζομαι άλλου είδους παραμυθίες. Ίσως να μπορέσουμε κάποτε να ξανασυναντηθούμε. Ως τότε σου υπόσχομαι να ζω όπως είχαμε συμφωνήσει τόσες φορές στις κουβέντες μας: παλεύοντας τη ζωή και μη παραδινόμενη .

9

Τούτες τις μέρες πιο πολύ απ΄τις άλλες τριγυρνάς στο μυαλό μου. Σκέφτομαι πόσο περίεργο κι ειρωνικό είναι που τρεις μέρες μετά τα γενέθλια της Γωγώς  είναι η μέρα που σε χάσαμε. Δε μας αφήνει η ζωή να ξεχαστούμε.

Σε ψάχνω ακόμα όπου μπορώ να βρω ό,τι σε θυμίζει, σε πρόσωπα και εκφράσεις. . Στο πρόσωπο  της Σπ . και στη λοξή ματιά της όταν απηυδήσει με κάποιον, στο χαμόγελο της Μ. και στο βλέμμα της πάνω απ΄τα πρεσβυωπικά γυαλιά (ολόιδιο όμως!) στα πρόσωπα των εγγονιών σου και στο πώς μιλάνε για σένα τα δυο μεγάλα.

Σε βλέπω σε ό,τι έχεις αγγίξει στο σπίτι μας κι ακόμα να ξέρεις περιμένω  πως μπορεί κάποια βραδιά ν΄ανοίξει η πόρτα και να ΄σαι εσύ . Ν΄ακούσω το σφύριγμά σου πριν μπεις και να δω το χαμόγελό σου. Και τι δε θα ΄δινα…

8

Κι αν σου μιλώ ψιθυριστά
κι αν σ’ αγαπώ συλλαβιστά
είναι που σε βλέπω
στ’ όνειρό μου κάτι βράδια
να με ντύνεις χάδια μεταξωτά.
Είναι που φοβάμαι
μην ξυπνήσω και σε χάσω
μήπως σε ξεχάσω, οριστικά.

Κι αν σου μιλώ με μια φωνή
που δεν ακούν οι ουρανοί
είναι που ‘χεις γίνει
γελαστή φωτογραφία
έγχρωμη απουσία, όλο νερά.
Είναι που χαϊδεύω
το σακάκι σου τα βράδια
και φορώ τα χάδια, μαύρα κουμπιά.

Είναι που δε βρίσκω
σε κανένα μονοπάτι
ένα χαλικάκι του γυρισμού.

Επιστρέφοντας

στην πατρίδα των παιδικών μου καλοκαιριών, στα χώματά σου, για την τρίτη κι οριστική σου ανάπαυση. Οκτώ χρόνια μετά θα έλεγε κανείς πως πονάει λιγότερο και θα έπρεπε να το έχουμε πάρει απόφαση. Κι όμως δεν είναι έτσι, ας θέλαμε να πιστεύαμε πως έχουμε συμβιβαστεί με το θέμα.Αυταπάτες ήταν όλα.

Ίσως φταίει που πιο ξεκάθαρη λόγω του τετράγωνου κουτιού έγινε η απώλεια. Βλέπεις η τελευταία μνήμη σου ήταν  ενσώματη κι έτσι είχες μείνει στο μυαλό μας.  Το ίδιο βράδυ καθίσαμε στην αυλή και λέγαμε με τη θεία περιστατικά και αστείες ιστορίες που πρωταγωνιστούσες κι ομολογήσαμε την πιο κρυφή μας επιθυμία. Μια τελευταία αγκαλιά…

Επιστρέφοντας απ΄τον τόπο αυτό που με πληγώνει και αποφεύγω 8 χρόνια τώρα να βρεθώ καλοκαίρι στον ίσκιο του σπιτιού που έφτιαξες στη θέση του πατρικού σου και δεν πρόλαβες να δεις τελειωμένο. Όσους με ρωτάνε γιατί δεν κατεβαίνω , τους κοιτώ με απορία. Δεν είναι ξεκάθαρο γιατί δε θέλω?

Ας νιώθω νοσταλγία, ας σκιρτώ όταν φτάνουμε στο Δωδεκάμετρο και ξέρω πως σε λίγο θα ‘μαστε εκεί, ας κατεβάζω τέρμα το τζάμι όταν φτάνουμε στο γερμανόρεμα, να μυρίσω τη μυρωδιά που πουθενά αλλού δε βρίσκω όμοια κι ας νιώθω πως γυρίζω πίσω στο χρόνο κοιτάζοντας στην πέρα μεριά, την αγαπημένη σου θέα, η διάψευση που με περιμένει όταν φτάσω εκεί, τα σβήνει όλα.

Ακόμα μου λείπεις. Όλο και πιο πολύ…