Φεύγουν καράβια

cropped-dsc00030ceb11.jpg

Μέρα περίεργη από το πρωί φορτωμένη με διάφορες εκκρεμότητες όπως οι περισσότερες μέρες. Τελευταία φοβόταν  πως άρχιζε να εξαρτιέται  από τα χρωματιστά αυτοκόλλητα χαρτάκια με τις σημειώσεις της και τα γυαλιά της, γιατί χωρίς αυτά δεν ξεχώριζε τα βιαστικά γράμματά της.

Το μεσημέρι  γυρίζοντας από τη δουλειά προσπαθούσε να συγκρατήσει κάτι  που δεν πρόλαβε να σημειώσει, ως να φτάσει σπίτι. Καθώς ήταν έτοιμη να στρίψει από το μεγάλο δρόμο που οδηγούσε στο λιμάνι στο στενό για το σπίτι, είδε καπνό που κινούταν και την άκρη ενός φουγάρου πλοίου . Ξαφνιάστηκε  Δε θυμόταν άλλη φορά να ΄χει τύχει να το δει. Αναρωτιόταν  για τον προορισμό του.  Σκέφτηκε πως μπορεί να πήγαινε στο διαλυτήριο πιο κάτω αλλά μπορεί να έφευγε από το λιμάνι γι αλλού.Σημασία δεν έχει ο προορισμός αλλά το ταξίδι σκέφτηκε.  Το μυαλό της πήγε σε μακρινά μέρη και άρχισε να σιγοτραγουδάει ένα τραγούδι που θυμήθηκε.

«Φεύγουν καράβια στο γιαλό
κι εγώ τους γνέφω στο καλό
κι εγώ τους γνέφω στο καλό,
παράπονό μου….»

Σκεφτόταν (?) ακόμα

tumblr_kq9tj9gd2A1qzyxvpo1_500Σκεφτόταν συχνά με φόβο μήπως γινόταν μικροαστή, μήπως παλινωδούσε σε καταστάσεις που προσπαθούσε μια ζωή να ξεφύγει. Ο φόβος για τη δουλειά, για όσα τόσα χρόνια είχε παλέψει να καταφέρει σ΄αυτή για όλους σε πείσμα των όποιων άλλων  ενδόμυχων ανασχετικών σκέψεων  που φυτεμένων από τη φοβική μάνα  προσπαθούσαν να την κρατήσουν πίσω. Ήξερε πως στα μάτια άλλων πιο αδρανών ή και φοβισμένων ανθρώπων φάνταζε τρομερά ριζοσπαστική ενώ δεν ήταν. Αναρωτιόταν τι ποσοστό από την όποια συμμετοχή της σε πρωτοβουλίες και δράσεις έπαιζε το θυμικό κι ο κληρονομημένος παράγοντας του χαρακτήρα  της και πόσο η συνειδητότητα.

Σκεφτόταν την πολυτέλεια που ΄χε ν’ αναρωτιέται όλα αυτά τη στιγμή που δυο παλικάρια στην ηλικία του ανιψιού της, όσο θα ταν κι ο δολοφονημένος φίλος τους, προσπαθούσα με ορατό κίνδυνο του θανάτου τους να διεκδικήσουν λίγες ανάσες ελευθερίας και έδιναν ελπίδα,θάρρος σε τόσους άλλους που ήταν «ελεύθεροι. Ντρεπόταν συχνά που δεν το ΄χε καθόλου σίγουρο πως σε παρόμοια θέση θα ΄κανε το ίδιο και φοβόταν πως ο εαυτός της κάποτε θα γίνει τέτοιος που πριν χρόνια θα περιφρονούσε.

Σκεφτόταν συχνά με φόβο μήπως ήταν μικροαστή και δεν το ΄χε πάρει χαμπάρι. Ακόμα τουλάχιστον δε σταματούσε ν’ αναρωτιέται, σκεφτόταν . Ακόμα είχε αυτήν την πολυτέλεια συμπλήρωνε και ντρεπόταν ξανά.

Για το Περσεφονάκι

1376382_10152421379252286_5261450870725365714_n

 

Με τη Μαρία , τη Νίνα , την Αλεξία και άλλους εξαιρετικούς ανθρώπους, που κάποιοι από αυτούς βρίσκονται εδώ σήμερα, γνωριστήκαμε την πρώτη εποχή των ελληνικών μπλογκς το 2006. Της Νίνας ήταν το δεύτερο που έτυχε να διαβάσω. Η συζήτηση στα σχόλια σε κάθε ανάρτησή της έγινε η αφορμή ν’ ανακαλύψω άλλες γραφές κι ανθρώπους που αγαπώ ή και εκτιμώ.

Στη Νίνα με γοήτευσε η ευρυμάθειά της, η σπιρτόζικη προσωπικότητά της που σε συνδυασμό με το βιτριολικό της χιούμορ την κάνει ακαταμάχητη ιδίως στην προσωπική επαφή, οι κοινές μας αγάπες για τη μουσική, την καλοστημένη ίντριγκα και το συμβολισμό , την καλή αστυνομική λογοτεχνία, το αριστερό μας παρελθόν (διατελέσαμε μέλη της ίδιας κομμουν. νεολαίας) και το πόσο μεγαλόψυχες ΔΕΝ είμαστε, όταν προσπαθούν να πληγώσουν εμάς ή αγαπημένα μας πρόσωπα που τα θεωρούμε οικογένεια (Μότο μας η γνωστή φράση από το νονό αλλά ανεστραμμένη : “you mess with the family, you mess with me”).

Με την Περσεφόνη μας συνδέει πως είμαστε κι οι δυο παιδιά της ίδιας δεκαετίας αν και εγώ γεννήθηκα λίγα χρόνια αργότερα , είχαμε μπαμπάδες που ενδιαφέρονταν για την πολιτική κατάσταση της χώρας και πάλευαν να την αλλάξουν, λάτρευαν την ίδια ομάδα σα θρησκεία αφού με τη δεύτερη δεν είχαν πολλά πολλά , είχαμε σόγια διχασμένα πολιτικά και ποδοσφαιρικά, αποκτήσαμε αδερφό αυτή κι αδελφούλα εγώ μικρότερά μας, που καθόλου δεν τα θέλαμε αρχικά . Την αγάπησα από την πρώτη ιστορία και συνεχίζω χρόνια μετά να την αγαπώ.

Η Περσεφόνη, όπως κάθε παιδί ,έχει τη δική της άποψη για πολλά, που δε διστάζει να την πει φέρνοντας σε δύσκολη θέση συνήθως τους μεγάλους πχ για το πώς γεννιούνται τα παιδιά (τα τρώνε οι μαμάδες τους και μετά τα φτύνουν) , για τους συναδέλφους της μαμάς ( ο κύριος Ρουφιάνος, η κυρία ΑγιοΒασίλη με τον τάρανδο) , το πόσο την αγαπούν οι γονείς της (που ρίχνουν κλήρο ποιος θα την πάρει στη δουλειά του), ποιες είναι οι πιο ωραίες δουλειές που θέλει να κάνει όταν μεγαλώσει , πόσο τυχερή είναι που, επειδή είναι κοριτσάκι , μπορεί να παίζει και με αγορίστικα παιχνίδια, που ξέρει ποιον θα παντρευτεί και τον θαυμάζει για τις γνώσεις του κ.ά.

Μέσα από τις αφηγήσεις της περνάνε σημαντικά γεγονότα της σύγχρονης Ιστορίας μας όπως η Μικρασιατική Καταστροφή, η Κατοχή κι ο Εμφύλιος , η Αποστασία, τα Ιουλιανά κι η Χούντα χωρίς διδακτισμούς αλλά μέσα από καθημερινά γεγονότα κι εξιστορήσεις της γιαγιά Φόνης ή του μπαμπά.

Μας μεταφέρει σπαρταριστούς διαλόγους : της Γιαγιάς Φόνης και του Μπαμπά της που ανταλλάσσουν καθόλου ευγενείς χαρακτηρισμούς (ρεμπεσκές, γρια γκιόσα) και Μπαμπά-θείου Περικλή (φασίστας , αλήτης) οι οποίοι δε συμπαθιούνται αλλά ανέχονται ο ένας τον άλλο. Της ίδιας με την Τασία της , την οποία αγαπά και καταφέρνει με ελάχιστες εξαιρέσεις να γίνεται πάντα το δικό της (κακομαθημένο σκατόπαιδο , πριγκίπισσά της) .

Απορεί που οι μεγάλοι νομίζουν πως είναι ηλίθια και κουφή και δεν καταλαβαίνει πότε τσακώνονται και καμώνονται τους χαμογελαστούς μπροστά της . Δεν ξεχνά πως ούτε απέκτησε Πωνέζα γκιόσσα σαν της ξαδέλφης της της Λένας ούτε πρόλαβε να παίξει με τον κόμη Μάρκο ή τα μπαλόνια του θείου Αλέκου.

Ονειρεύεται όταν μεγαλώσει να γίνει σαλτιμπάγκος, να γίνει όμορφη αλλά όχι πολύ γιατί η πολλή ομορφιά σκοτώνει, να κάνει το βίο αβίωτο στους άλλους για να ‘ναι χαρούμενοι (οι άλλοι), να μην ξαναγίνει χούντα που σκοταδιάζει τα δωμάτια των παιδιών και κοιμίζει τα βιβλία.

Όσες φορές κι αν διαβάσω τις ιστορίες της Περσεφόνης γελώ και σε κάποια σημεία συγκινούμαι, όμως κυρίως εκτιμώ το κλείσιμο του ματιού της ενήλικης συγγραφέως μέσα από τις αφηγήσεις της ηρωίδας της.

Ευχαριστώ και δημόσια την αγαπημένη μου Νίνα που με τίμησε προτείνοντάς μου να συμπαρουσιάσω το Περσεφονάκι μας και το Αλινάκι  για την τόσο ωραία εικονογράφηση.

Ελπίζω η Περσεφόνη να μην άφησε να την κλείσουν ποτέ ξανά σε κλουβί ούτε να μπήκε κανένας κρύσταλλος στην καρδιά της ο οποίος να την εμποδίζει ν’ αγαπάει , να μη θέλει ποτέ πράγματα εφικτά και να πετάει πάντα με τα φτερωτά μποτάκια της.

Εμείς θα την αγαπάμε πάντα και θα ‘μαστε όλες τα πιο αγαπημένα πουτανάκια .

Γραμμένο για την παρουσίαση της Περσεφόνης στις 23/10/14.

11

Ντοάνα

Φέτος κατεβήκαμε όπως κάθε χρόνο αρχές Αυγούστου στο χωριό ως το δεκαπενταύγουστο που γυρίζουμε, πολύ νωρίτερα από ότι όταν ήσουν μαζί μας. Τώρα πια δε ξυπνάω το πρωί της 1ης Σεπτέμβρη περιμένοντας με αγωνία να δω  πότε θα το θυμηθείς. Ξέρω πια πως σχεδόν όσοι αγαπώ με αγαπούν είτε μου ευχηθούν είτε όχι.  Όμως εσύ ήσουν πάντα πριν από όλους και για τις 4 μας και το ΄ξερες . Ήμασταν κι εμείς για σένα πρώτα, τουλάχιστον οι 3 μας, τα κορίτσια σου.

Αφού παντού εδώ λείπει η φυσική σου παρουσία κι ας είσαι παρών στα χαρακτηριστικά που μας κληροδότησες (στα πρόσωπα και στα σώματα ) και σε ορισμένες συμπεριφορές, που λες και μας τις  μετέδωσες με ώσμωση, το μέρος που έχει μείνει να νιώθω πιο κοντά σου είναι το εκεί κι ας γίνεται ακόμα πιο αισθητή η απουσία σου. Έρχομαι κάθε κάποια  απογεύματα βλέπω τη θέα από τον Άη Γιώργη στην απέναντι μεριά και θυμάμαι πως το παράθυρο στο νοτιά ήταν η προτίμησή σου.

Επωφελούμαι της ευκαιρίας που η μάνα δεν μπορεί να ΄ρθει μαζί μου, κάθομαι για λίγη ώρα σκέφτομαι όσα θα ΄θελα να σου πω αλλά δεν μπορώ. Μόνο κοιτώ πότε απέναντι και πότε τη φωτογραφία σου. Την αντιπαθώ τη συγκεκριμένη για δύο λόγους: που ΄ναι από τη μέρα του γάμου και που ΄σαι τόσο σοβαρός.Είναι από τη συγκίνηση λέει η μάνα. Είναι που μ’ έχανες, λέω εγώ, και σκέφτομαι τα χαμένα χρόνια μακριά σας. Χάθηκαν τόσες άλλες που ΄σαι γελαστός; Αλλά η γνώμη μου δε μετράει.

Ακόμα λείπεις σε όλους μας πολύ και ακόμα φοβάμαι μην ξεχάσω, μη συνηθίσω χωρίς εσένα. Τώρα πια δεν αναρωτιέμαι πόσο διαφορετική θα΄ταν η ζωή μου και κάποιες αποφάσεις μου αν δε σ’είχαμε χάσει. Περνάν τα χρόνια θέλοντας και μη και η ζωή πάει παρακάτω αφήνοντας  πίσω παλιά ερωτήματα που έτσι κι αλλιώς απάντηση δε θα πάρουν. Τα εγγόνια που γνώρισες αγνώριστα πια και τ’ άλλα που δεν πρόλαβες κι αυτά μεγάλωσαν.Το Μητσάκι μας που του κουβαλούσες από το ποτάμι καβουράκια και του το τραγουδούσες τεταρτοετής φοιτητής πια , η Λενιώ μας που την πείραζες για τη λουλουδένια βερμούδα  πρωτοετής, το Γωγουλέλι μου κορίτσαρος στα 9 κι η Θυμιώ μας νήπιο.

Είναι τόσα που σκεφτόμουν κι ήθελα να σου πω. Λυπάμαι που δεν μπορώ να πιστεύω πια ότι κάπου θα΄ναι η ψυχή σου μέσα στα βουνά και τα ποτάμια της παιδικής σου ηλικίας και θα σφυρά χαρούμενα σαν τ΄αηδόνι που άκουσα ένα πρωί στις πεύκες.

Όταν φτάσαμε όμως κείνο το πρωί στις πηγές στου Σαϊντάκα, κάτσαμε στο καφενεδάκι-ταβερνάκι να φάμε πέστροφες κι η δίπλα παρέα έπιασε να τραγουδά τη ρούσα παπαδιά, κοιταχτήκαμε όλοι και σκεφτήκαμε το ίδιο πράγμα: εσένα.

Βέβαια όσο μεγαλώνω χρειάζομαι άλλου είδους παραμυθίες. Ίσως να μπορέσουμε κάποτε να ξανασυναντηθούμε. Ως τότε σου υπόσχομαι να ζω όπως είχαμε συμφωνήσει τόσες φορές στις κουβέντες μας: παλεύοντας τη ζωή και μη παραδινόμενη .

Προγενέθλιο

Φτάνοντας πιο κοντά στα πρώτα -ήντα δυσκολεύομαι περισσότερο από ό,τι στα τριάντα. Στα σαράντα ένιωθα μια χαρά, γιόρταζα ένα νέο ξεκίνημα.

Τώρα πια έχω κατασταλάξει πιο πολύ σε αυτά που θέλω , έχω επεξεργαστεί κι αναλύσει όλα όσα  είμαι, αποδεχόμενη τα σφάλματα και τα ελαττώματα, που συνεχίζουν μεν να με ενοχλούν αλλά χωρίς αυτά δε θα ήμουν ο εαυτός μου , πιο πλούσια σε αγωνίες διαφορετικές αλλά και ίδιες αλλά κι εμπειρίες,  προσπαθώντας να κρατώ το μυαλό μου ανοιχτό όσο γίνεται απολαμβάνοντας όσα  μου δίνουν χαρά : τα ανίψια μου που μεγαλώνουν γρήγορα, την παρέα των αγαπημένων μου (φίλοι κι οικογένεια) , το να διδάσκω τους μαθητές μου , παλεύοντας για ένα καλύτερο και διαφορετικό σχολείο και κοινωνία, το διάβασμα και τη μουσική, τη θάλασσα κ.ά.

Τώρα λοιπόν που έφτασα ως εδώ είναι κρίμα να βλέπω το χρόνο να σώνεται σιγά σιγά και να νιώθω πως ίσως δεν προλάβω να αξιοποιήσω όλα όσα έμαθα . Να βλέπω όλο και πιο καθαρά τα σημάδια του πάνω μου ξέροντας πως χαλάλισα πολύτιμα χρόνια από τα νιάτα μου σε μια ζωή που δεν ήταν η καλύτερη για μένα.Είναι ζόρικο να ξέρεις πως έχεις περάσει πια το όριο του μεσήλικα.

Ξέρω πως πρέπει να με θεωρώ τυχερή γιατί πολλοί άνθρωποι που αγαπούσα ή και εκτιμούσα, συγγενείς και φίλοι, δε μπόρεσαν να φτάσουν ως εδώ , οι πιο πολλοί παλεύοντας με την γαμημένη αρρώστια. Ξέρω πως άνθρωποι έχουν πολύ σοβαρότερα ζόρια για να επιβιώσουν , δε ζω σε καμιά φούσκα όσο Μαρία Αντουανέτα κι αν φαίνομαι τώρα. tumblr_n6oobf82ih1qz6f9yo1_500

Φταίει που πλησιάζουν τα ρημαδογενέθλια κι η συνειδητοποίηση της θνητότητας γίνεται πιο έντονη .

Οι άνθρωποι κι οι δρόμοι

Γιώργο,

image

Σου γράφω από το χωριό ανάμεσα στα δυο ποτάμια ελάχιστες μέρες πριν επιστρέψω στο δικό μου μάτριξ, που ‘ναι κάπου κει που αρχίζει το δικό σου.

Θυμάμαι αμυδρά πως 3 ή 4 χρονών θα ήμουν που κάναμε μπάνιο στο Καλυμπάκι , εκεί που ‘ναι τώρα το καταφύγιό μου, πριν αρχίσει η  άναρχη βιομηχάνιση της περιοχής με τα χουντικά δάνεια και γίνει η καθαρή τότε  θάλασσα και γενικά όλος ο κόλπος της Ελευσίνας ένας βρώμικος βάλτος , τον οποίο δε θέλαμε να τον βλέπουμε ούτε από μακριά .

Θυμάμαι καθαρότερα πως εκτός από το κέντρο  του κεφαλοχωριού , που ήταν τότε η  Λεψίνα, όπως τη λέγανε οι ντόπιοι, οι υπόλοιπες εκτάσεις ήταν περιβόλια,στάβλοι με γελάδια κι αγριελιές.Πιο καλά νομίζω τα περιγράφει ο ποιητής στον εφιάλτη της Περσεφόνης.

Θυμάμαι που βλέπαμε καθαρότερα τ’ αστέρια και το φεγγάρι. Η μεγάλη μου αδερφή , το καλοκαίρι που ‘δε την προσελήνωση, άκουσε για τον πύραυλο-διαστημόπλοιο . Έχοντας υπόψη το παγωτό πύραυλο τα μπέρδεψε και ζήτησε από τον μπαμπά μου να πάει στο φεγγάρι με πύραυλο παγωτό.

Θέλησε ν’ ακολουθήσει το δικό της δρόμο του φεγγαριού. Διαβάζοντας αυτή τη φράση θυμήθηκα ένα απόσπασμα από παιδικό βιβλίο, που περιλαμβάνεται στο Ανθολόγιο των Ε’& Στ’ που θα πάρει φέτος ο Κωστής. «Ο ασημένιος δρόμος» τιτλοφορείται και μιλάει για τις εμπειρίες που αποκτάει ο ήρωας, ένας πανέξυπνος σκαντζόχοιρος, στην αναζήτηση του εαυτού του καθώς γνωρίζει τον κόσμο.

Εύχομαι ο καθένας, μεγάλος είτε μικρός, να ακολουθήσει το δικό του δρόμο του φεγγαριού.

Εγώ πάντα ήθελα να ακολουθήσω το δρόμο του ήλιου πάνω  στη θάλασσα κάποτε.

Φιλιά στην καλή σου και μην ξεχνάς το δίστιχο :
«οι δικοί μου ανθρώποι,
της καρδιάς μου οι τόποι» .

Καρτ ποστάλ στο Βιβλιοθηκάριο

image

Φίλε Γιώργο,
Είχα 2-3 χρόνια να ταξιδέψω με το Κτελ για το χωριό. Συνήθως κατεβαίνω με τους δικούς μου κι αν χρειαστεί γυρίζω , σταματώντας πριν το πρακτορείο.
Φέτος φτάνοντας στην τελευταία αποβάθρα για να φορτώσω το σάκο μου στο λεωφορείο για Αρκαδία, παρατήρησα κάτι καινούριο, ένα μικρό βιβλιοπωλείο.
Ο σταθμός είναι γεμάτος πρακτορεία εφημερίδων που διαθέτουν και εκδόσεις τσέπης τύπου μπελ. Περιεργάστηκα από μακριά το περιεχόμενό του. Είδα ευπώλητα κυρίως της λεγόμενης ροζ ή γυν.λογοτεχνίας που ήταν αναμενόμενο. Είχε όμως και κλασσικά βιβλία π.χ. του Καζαντζάκη και παιδικά.
Αναρωτήθηκα αν οι ταξιδιώτες αγοράζουν από κει και τι είδους, αν κι ο  χρόνος μου ήταν περιορισμένος.Νωρίτερα στην καφετέρια του σταθμού , που ήταν γεμάτη νωρίς το πρωί εκτός μιας κοπέλας κι εμένα, δεν είδα άλλον/η να διαβάζει χάρτινο βιβλίο ή από ereader/tablet. Αντιθέτως οι περισσότεροι/ες ασχολούνταν με το κινητό τους.
Στην Κύθνο  παρακολουθούσα ποιοι και τι διάβαζαν στις παραλίες από καθαρή βιβλιοφιλική περιέργεια. Θα ‘λεγα πως το περιεχόμενο κυρίως ήταν απογοητευτικό.Τον αμέριστο θαυμασμό μου κέρδισε μια τουρίστρια στα Λουτρά που όλη μέρα μισοβυθισμένη στην φυσική λιμνούλα στην άκρη της παραλίας, εκεί που τρέχει νερό από τις θερμές πηγές, ήταν αφοσιωμένη στο κιντλ της έχοντας όλη μέρα τον ήλιο στην κατακόκκινη πλάτη της. Δίστασα να τη ρωτήσω τι διάβαζε φοβούμενη μήπως το βιβλίο ήταν τύπου Μ.Ο.Δ. (Πες με και σνομπ, θα το δεχτώ).
Υποθέτω πως τέτοιου είδους εξωτικό πουλί θα φαίνομαι κι εγώ στο χωριό, αφού όλη μέρα  έξω στην αυλή διαβάζω, εκτός από τις επισκέψεις σε διπλανά χωριά για να δούμε μέλη του σογιού και τη βόλτα στον Αη Γιώργη(νεκροταφείο).
Στο άρθρο σου που θα δημοσιευτεί με τίτλο «Γλώσσα και πατρίδα» έχω να συμπληρώσω, πέρα από την κουβέντα που έχουμε κάνει , πως όταν ακούω «ποιανού είσαι συ, τσούπα μου» (όσο κι αν νευριάζω με την ταυτοποίηση μέσω πατέρα, παππού κλπ) νιώθω πως είμαι στην ιδιαίτερη πατρίδα των γονιών μου και γεμίζω νοσταλγία για το παρελθόν μας εδώ. Ναι, πατρίδα είναι η καρδιά.Το καταλαβαίνουμε μεγαλώνοντας αυτό.

Υ.γ. 1 Αυτή η καρτ ποστάλ ξεκίνησε με αφορμή τη δικιά σου απάντηση στην Κροτ και την κασέτα, που ετοίμασες αλλά αλλού κατέληξα. Γρουφμ

Υ.γ. 2 Πρωτογράφτηκε  στην πίσω μεριά  ψηφοδελτίου των πρόσφατων δημοτικών , που ‘χε ξεμείνει στην ατζέντα, με μολύβι καθοδόν , όποια σημειολογία έχει για σένα αυτό.