11

Ντοάνα

Φέτος κατεβήκαμε όπως κάθε χρόνο αρχές Αυγούστου στο χωριό ως το δεκαπενταύγουστο που γυρίζουμε, πολύ νωρίτερα από ότι όταν ήσουν μαζί μας. Τώρα πια δε ξυπνάω το πρωί της 1ης Σεπτέμβρη περιμένοντας με αγωνία να δω  πότε θα το θυμηθείς. Ξέρω πια πως σχεδόν όσοι αγαπώ με αγαπούν είτε μου ευχηθούν είτε όχι.  Όμως εσύ ήσουν πάντα πριν από όλους και για τις 4 μας και το ΄ξερες . Ήμασταν κι εμείς για σένα πρώτα, τουλάχιστον οι 3 μας, τα κορίτσια σου.

Αφού παντού εδώ λείπει η φυσική σου παρουσία κι ας είσαι παρών στα χαρακτηριστικά που μας κληροδότησες (στα πρόσωπα και στα σώματα ) και σε ορισμένες συμπεριφορές, που λες και μας τις  μετέδωσες με ώσμωση, το μέρος που έχει μείνει να νιώθω πιο κοντά σου είναι το εκεί κι ας γίνεται ακόμα πιο αισθητή η απουσία σου. Έρχομαι κάθε κάποια  απογεύματα βλέπω τη θέα από τον Άη Γιώργη στην απέναντι μεριά και θυμάμαι πως το παράθυρο στο νοτιά ήταν η προτίμησή σου.

Επωφελούμαι της ευκαιρίας που η μάνα δεν μπορεί να ΄ρθει μαζί μου, κάθομαι για λίγη ώρα σκέφτομαι όσα θα ΄θελα να σου πω αλλά δεν μπορώ. Μόνο κοιτώ πότε απέναντι και πότε τη φωτογραφία σου. Την αντιπαθώ τη συγκεκριμένη για δύο λόγους: που ΄ναι από τη μέρα του γάμου και που ΄σαι τόσο σοβαρός.Είναι από τη συγκίνηση λέει η μάνα. Είναι που μ’ έχανες, λέω εγώ, και σκέφτομαι τα χαμένα χρόνια μακριά σας. Χάθηκαν τόσες άλλες που ΄σαι γελαστός; Αλλά η γνώμη μου δε μετράει.

Ακόμα λείπεις σε όλους μας πολύ και ακόμα φοβάμαι μην ξεχάσω, μη συνηθίσω χωρίς εσένα. Τώρα πια δεν αναρωτιέμαι πόσο διαφορετική θα΄ταν η ζωή μου και κάποιες αποφάσεις μου αν δε σ’είχαμε χάσει. Περνάν τα χρόνια θέλοντας και μη και η ζωή πάει παρακάτω αφήνοντας  πίσω παλιά ερωτήματα που έτσι κι αλλιώς απάντηση δε θα πάρουν. Τα εγγόνια που γνώρισες αγνώριστα πια και τ’ άλλα που δεν πρόλαβες κι αυτά μεγάλωσαν.Το Μητσάκι μας που του κουβαλούσες από το ποτάμι καβουράκια και του το τραγουδούσες τεταρτοετής φοιτητής πια , η Λενιώ μας που την πείραζες για τη λουλουδένια βερμούδα  πρωτοετής, το Γωγουλέλι μου κορίτσαρος στα 9 κι η Θυμιώ μας νήπιο.

Είναι τόσα που σκεφτόμουν κι ήθελα να σου πω. Λυπάμαι που δεν μπορώ να πιστεύω πια ότι κάπου θα΄ναι η ψυχή σου μέσα στα βουνά και τα ποτάμια της παιδικής σου ηλικίας και θα σφυρά χαρούμενα σαν τ΄αηδόνι που άκουσα ένα πρωί στις πεύκες.

Όταν φτάσαμε όμως κείνο το πρωί στις πηγές στου Σαϊντάκα, κάτσαμε στο καφενεδάκι-ταβερνάκι να φάμε πέστροφες κι η δίπλα παρέα έπιασε να τραγουδά τη ρούσα παπαδιά, κοιταχτήκαμε όλοι και σκεφτήκαμε το ίδιο πράγμα: εσένα.

Βέβαια όσο μεγαλώνω χρειάζομαι άλλου είδους παραμυθίες. Ίσως να μπορέσουμε κάποτε να ξανασυναντηθούμε. Ως τότε σου υπόσχομαι να ζω όπως είχαμε συμφωνήσει τόσες φορές στις κουβέντες μας: παλεύοντας τη ζωή και μη παραδινόμενη .

Advertisements