Δρόμοι του τότε τώρα

Τότε: Τέλη της δεκαετίας του 60 ως μέσα του 80.

Δρόμος πρώτος : Η Θ. Ξεκινάει απ΄ την Ίριδος, περνά τη μεγάλη Ωκ. και χάνεται κοντά στη Χαλυβουργική . Διέσχιζε περιβόλια που φύτρωναν κηπευτικά,  σπίτια μικρά και πέρα απ΄την Ωκ. το παλιό καμίνι, χωράφια με ελιές, συκιές και φυστικιές Αιγίνης. Την καταλαμβάναμε παίζοντας στο δρόμο τζαμάκια, μήλα, κουτσό, αμάδες , κρυφτοκυνηγητό και κάναμε τις φωλιές μας όταν παίζαμε πόλεμο στα χωράφια με το σανό. Η εκδρομή μας ήταν λίγα μέτρα πιο πέρα στα λιοχώραφα, πέρα απ΄ το περβόλι με τον ευκάλυπτο, που ξεχώριζε από μακριά. Πιο μέσα δεν πηγαίναμε.  Στα 4 μου αφήσαμε το νοικάρικο και ήρθαμε στο νεόχτιστο τότε σπίτι μας, μισό λαθραίο, στη μέση ενός μεγάλου χωραφιού, δίπλα απ΄το περβόλι με τον ευκάλυπτο και το στριμμένο περβολάρη με τις γλυκιές μαυροσυκιές. Αργότερα τον διασχίζαμε να πάμε σχολείο πέρα απ΄ την Ίριδος που ΄ταν κοντά στην πλατεία και να γυρίσουμε.

Δρόμος δεύτερος : Ωκ. Απ΄ τα φανάρια της εισόδου στην πόλη, κοντά στις γραμμές του τρένου περνώντας στάβλους με γελάδια, περβόλια με πηγάδια που το μαγκάνι έβγαζε νερό στις στέρνες ως κάτω στη θάλασσα, όπου πρόλαβα να κάνω τα πρώτα μου μπάνια, πριν γίνει δίπλα το ΙΡΙΣ και πιο πέρα η Χαλυβουργική, το Τιτάν και  βρωμίσει ανεπανόρθωτα.

Εκεί  στα τελευταία 500 της μέτρα δεν έχτιζε κανείς , γιατί βούλιαζε η γη στο μισό μέτρο βάθος. «Κολυμπούσε» εξ ου κι η παραφθορά του ονόματος της περιοχής. Αυτή αρχές της δεκαετίας του ’80 όταν πλημμύρισε ο Σαρανταπόταμος, αφού είχε κλειστεί πια η φυσική διέξοδος προς τη θάλασσα πλημμύρισε και περνάγαμε απ΄ τη μια όχθη στην άλλη πάνω σε καδρόνια για να πάμε σχολείο κι οι μεγάλοι για δουλειά ή ψώνια. Λίγο μετά σκάφτηκε, διαπλατύνθηκε και τσιμεντώθηκε, αλλά έμεινε στην θύμηση όλων ως «το ποτάμι».

Δρόμοι μικρότεροι, χωματένιοι, οι κάθετες και οι παράλληλες αυτών σ΄ ακτίνα 4-5 τετραγώνων η γειτονιά, που τις διασχίζαμε για να πάμε στο μπακάλικο της Κρητικιάς 2 στενά πιο κάτω να πάρουμε κασέρι και σαλάμι  αέρος για το κολατσιό του μπαμπά και παγωτό ξυλάκι με 5 δραχμές , 10 αυτά με σοκολάτα, στο μανάβικο του κυρ Ηλία, πιο κάτω ο φούρνος που μας έστελνε  η μάνα Μ. Τετάρτη με τις λαμαρίνες γεμάτες κουλούρια. Εκεί στα χωράφια που αργούσαν να οικοδομηθούν στήναμε τα παιχνίδια μας και στο καμίνι, που ‘χε μισογκρεμιστεί αλλά διατηρούνταν το υπόγειο με τις καμάρες και οι πιο μεγάλοι μπαίνανε και παίζανε κρυφτό. Αργότερα ισοπεδώθηκε και χτίστηκαν μερικά σπίτια ακόμα.

Οι άνθρωποι: Εσωτερικοί μετανάστες οι περισσότεροι, λόγω των εργοστασίων που χτίστηκαν μέσα στη χούντα , οι πιο πολλοί συμπατριώτες των γονιών μου που ήρθαν να κερδίσουν όπως οι γονείς μου χρήματα για το εισιτήριο για Αυστραλία, Καναδά, Αμερική αλλά έμειναν εδώ. Άνθρωποι του μόχθου.  Λίγοι παλιοί ντόπιοι Αρβανίτες (ψηλοί, ανοιχτομάτες, ανοιχτόχρωμοι) που μας έβλεπαν πολύ μελαχρινούς για τα γούστα τους και μας»έθαβαν» στη γλώσσα τους, όπως μου μετέφερε η μητέρα μου πρόσφατα.

Εμείς, τα παιδιά, ένα σώμα ηλικίας 5-16 με πάμπολλα παιχνίδια ομαδικά που τα καλοκαίρια ως τις 9.30 ρημάζαμε κήπους και αυλές με τα τρεχαλητά μας στο κρυφτοκυνηγητό, σκαρφαλώναμε  σε δέντρα και μάντρες και γενικά ησυχία δεν είχαμε.

Είχε και τους «περίεργους» ανθρώπους της η γειτονιά. Το μπαρμπα-Ιωσήφ, που μας έφτιαχνε καλαμένιους σκελετούς  για τους αϊτούς μας και είχε δίπλα σε ένα κάδρο φωτογραφίες των αδερφών Κένεντι, η κυρα-Δέσποινα που ζούσε μόνη της με τα 2 σκυλιά της (τι τραυματικές εμπειρίες είχαμε όλα απ΄ το ένα) και την κουτσομπόλευαν οι κυράτσες ,την κυρα-Αριστέα που μύριζε κρασί και παραπάταγε κι όταν την έβλεπαν οι γιοι της κοκκίνιζαν και την πήγαιναν σπίτι, τον τσιγκούνη που μια φορά σε 5 παιδιά έδωσε 14 δρχ γι κάλαντα την εποχή που έπαιρνα 10 δρχ χαρτζιλίκι ημερησίως για το σχολείο(’82-‘83) και ποτέ δεν του ξανάπε κάλαντα κανείς, όσο κι αν παρακάλαγε η γυναίκα του (για το καλό του χρόνου) , το «Χειμώνα»  θείο φίλων μας γεροντοπαλίκαρο με χρυσή καρδιά,  που ήταν όμως αυστηρός και του έβγαλα τα όνομα από παραφθορά του ονόματός του. κ.ά.

Τώρα.

Η Θ. άσφαλτος ως τον επαρχιακό δρόμο, τα χωράφια και τα περβόλια έγιναν πολυκατοικίες και τριώροφα με γκαράζ, οι αλάνες που παίζαμε οικόπεδα που θα οικοδομηθούν όλα όπου να ΄ναι, το σπίτι που μέναμε ως τα 4 γκρεμίστηκε, όπως τα πιο πολλά «πατρικά» που έγιναν διώροφα καινούρια,  τα μαγαζάκια έκλεισαν από καιρό, το περβόλι με τον ευκάλυπτο μάντρα με σκραπς , το χωράφι με τις φιστικιές  γραφεία εταιρείας μεταφορών καυσίμων, το παγοποιείο πολυκατάστημα ηλεκτρικών ειδών, τα γειτονόπουλα , ενήλικες με μικρά παιδιά. Όταν βρισκόμαστε καμιά φορά  ξεστομίζουμε κάτι πεθαμένες καλησπέρες και συνεχίζουμε.

Η Ωκ.  από «ποτάμι» έδρα συνεργείων κι αποθηκών, ενώθηκε με τον παραλιακό που βγάζει στο λιμάνι και έγινε  δρόμος διέλευσης προς το λιμάνι μέσων μεταφοράς και τοξικών αποβλήτων εκτός των άλλων. Το έδαφος δε βουλιάζει πια εκεί, όλη η πόλη βούλιαξε κι αργοπεθαίνει κοιμώμενη ύπνο ελαφρύ παραδομένη και προδομένη στις βιομηχανίες από αυτούς που θα έκανα τ΄ αποφασιστικά βήματα για να σωθεί my ass.

Κι εγώ; Έφυγα το ’94 για να επιστρέψω οριστικά το 2006 τέτοια εποχή  ξανά σ΄ένα σπίτι, που πατρικό δεν το νιώθω πια. Περπατώ και δεν αναγνωρίζω τίποτα. Τα τελευταία σημάδια της γειτονιάς όπως τη ζήσαμε έχουν χαθεί.

Όταν ξαναγύρισα σιγοτραγουδούσα αυτό το τραγούδι.

Υ.Γ. Αιτία για την αναδρομή αυτή ήταν ένα ποστ του Βιβλιοθηκάριου, εξ ου και του το αφιερώνω.  Απόψε που αφέθηκα να γίνω ρετρό, ξαναδιάβαζα παλιά κείμενα μιας φίλης βλόγερ που επέστρεψε θυμούμενη εποχές περασμένες  και έβλεπα παλιές φωτογραφίες των συμμαθητών μου καθώς επίκειται συνάντηση 26 χρόνια μετά.  Αν έγινα πολύ ρετρό δε φταίω εγώ, αλλά η πανσέληνος.

.

Advertisements

39 thoughts on “Δρόμοι του τότε τώρα

    1. renata Συντάκτης

      Έποπα, ιστορία και χρήσεις που μεταβάλλονται σταδιακά, αφήνοντάς μας ελάχιστα ανέπαφα. .

      Σ΄ευχαριστώ 🙂 Όσο για τον σοφό Νέστορα τα΄χουμε πει, 😉

  1. Γιώργος Κατσαμάκης

    Καθόλου ρετρό. Βάζεις συντεταγμένες στο χρόνο, αφηγείσαι ιστορίες ανθρώπων στις γειτονιές, στις γειτονιές ζουν άνθρωποι, διαπιστώνεις πως ο χρόνος φθείρει τα ανθρώπινα και τα φυσικά τοπία, τα αλλάζει, και ψάχνεις να βρεις τις καινούριες σου συντεταγμένες στο χώρο πια. Νομίζω πως είσαι εσύ αυτό το κείμενο. Μου άρεσε πολύ. Και για τη μορφή του: με ελάχιστες τελείες, με φράσεις μέσα στις φράσεις, με λέξεις της παιδικής ηλικίας.

    (Ευχαριστώ πολύ Ρενάτα για την αφιέρωση)

    1. renata Συντάκτης

      Ηθικέ αυτουργέ, νομίζω είναι η πιο νηφάλια αντιμετώπιση του χώρου αυτού στο χρόνο που ΄χω κάνει. Ωριμάζω μάλλον.

      Pas de quoi 🙂

  2. Χαμένα Επεισόδια

    Κάθε μέρα τριγυρνώ στη «γειτονιά» σου και η αλήθεια είναι ότι δεν είχα φανταστεί ποτέ ότι κάποτε ήταν έτσι. Ώρες ώρες μοιάζει η Χαλυβουργική σαν να ήταν από πάντα εκεί. Αλλά τελικά… Σ´ευχαριστώ για αυτήν την ματιά. Θα προσπαθήσω να την κουβαλάω τα πρωινά μαζί μου, μήπως και γλυκάνουν οι εικόνες.

    1. renata Συντάκτης

      Γιώργο, στις πρώτες μου αναμνήσεις είναι εκεί. Είμαστε στην άκρη της πόλης, περίπου στο 1χμ από το εργοστάσιο. Τα βράδια που γίνονταν η «βαφή σιδήρου» το ακούγαμε καλά και το πρωί βλέπαμε τα μαυρισμένα περβάζια μας με τα κομματάκια .

      Μια εικόνα της περιοχής τότε , αντιπροσωπευτικότατη, παίρνει κανείς αν ακούσει τον «Εφιάλτη της Περσεφόνης» των Γκάτσου-Χατζιδάκη.

  3. lemon

    Moυ ήρθε να σου πω, ω φρίκη, σαν ελληνική ταινία ασπρόμαυρη ήταν αυτό το ποστ, και θυμήθηκα το Γ.που σήμερα στη βόλτα μας στα στενά του Ιλίου είπε, ω να χτιζόταν εδώ ένα εμπορικό κέντρο, να αναβαθμιζόταν η περιοχή…για να με πειράξει!
    Ωραία, μ’ αρέσει ν ακούω περιγραφές για τα παλιά και, παρόλο που γινόμαστε γραφικές («ααα, τα παλιά…») μ’ αρέσει πολύ (το ξέρεις) να σ’ ακούω να τα λες, έτσι.

    1. renata Συντάκτης

      Εκεί ακόμα κρατάτε σαν γειτονιά. Φαντάζομαι ο Γ. θα ΄χε πολλά να πει για πιο παλιά.
      Θυμάσαι τις φωτογραφίες απ΄την πλημμυρισμένη Αυστραλία που βλέπαμε κουνώντας το ποντίκι δεξιά-αριστερά, πριν και μετά. Κάτι τέτοιο 😉

  4. αγκνιρα

    Ρενάτα, άκουσα τις προάλλες ένα παλιό τραγούδι, του οποίου τα λόγια δεν είχα πραγματικά καταλάβει το καιρό που είχε βγει. Αυτό το τραγούδι ξανασκέφτηκα διαβάζοντας το παραστατικό και ωραίο σου ποστ.

  5. renata Συντάκτης

    Katabran, αγνοούσα το τραγούδι. 🙂

    Μπορεί η Ντόροθι να λεγε «there’s no place like home» αλλά και στο Kάνσας δεν την περίμενε καλύτερη τύχη. Το βρήκε αλλαγμένο και εξίσου χάλια με τη χώρα του Οζ. Κράτησε μόνο τα κόκκινα παπούτσια της για να θυμάται το δρόμο 😉

  6. silentcrossing

    Γκντουπ!
    Εχμ, συγγνώμη έπεσαν κάτι σοβάδες από το ταβάνι και ήρθα να δω τι τρέχει…
    «αγνοούσα το τραγούδι;»
    «αγνοούσα το τραγούδι;»
    Συγγνώμη για τ διαπόμπευση αλλά είσαι προκλητικότατη βρε ρενάτα!

    1. renata Συντάκτης

      Ναι το αγνοούσα! Ήταν πολύ ποπ για τα γούστα μου ο κύριος. Προτιμούσα τον Μπίλι Τζόελ 😉

      Για το συμβολισμό μου τίποτις; Αααα 😛

  7. DaisyCrazy

    Πολύ ομορφο ποστ. Γεμάτο νοσταλγία που μας τη μεταφέρεις ατόφια και μας κάνεις να τη νιώθουμε κι εμείς 🙂

    Εγώ μένω στη γειτονιά που μεγάλωσα κι αν κι έχουν βέβαια γίνει αλλαγές ακόμα αναγνωρίζω τα σημεία που παίζαμε τα παιδιά της γειτονιάς όλα μαζί και πολλά σπίτια είναι ακόμα τα ίδια. Καλό αυτό ε;

    Καλό σ/κ!

  8. αγκνιρα

    Δεν το ήξερα, Ρενάτα, ότι είχε γραφτεί για την περιοχή. Τι σύμπτωση που έγραψες τώρα αυτό το ποστ, γιατί το τραγούδι και την θεματολογία του τα χρησιμοποίησα στο μάθημα πριν μερικές εβδομάδες!

  9. αγκνιρα

    Ρενάτα, στα σύντομα μόνο, γιατί αλλιώς θα σου γράψω ολόκληρο σύγγραμμα. Έκανα πρώτα μια άσκηση ακουστικής κατανόησης (αντίγραψα το ποίημα του Γκατσου αφήνοντας ορισμένα κενα – εύκολες λέξεις- για να τα συμπληρώσουν.). Μετά έκανα μια άσκηση για τις δύσκολες (άγνωστες) λέξεις του ποιήματος (με συνώνυμα). Τέλος συζητήσαμε για το περιεχόμενο (είχα ετοιμάσει ερωτήσεις και χρησιμοποιήσα και μια παλιά γελοιογραφία του ΚΥΡ που ταίριαζε θεματικά και την οποία έπρεπε να σχολιάσουν).
    Αυτά χονδρικά.

  10. αγκνιρα

    Α, ξέχασα κάτι. Στην αρχή διαβάσαμε ένα μικρό εύκολο κείμενο σχετικά με τον μύθο της Περσεφόνης για να είναι σε θέση να καταλάβουν το ποίημα του Γκάτσου.

  11. αλεπού

    σου πάει να είσαι ρετρό! Κι έχεις δίκιο φιλενάδα, είναι φοβερό να μην αναγνωρίζει κανείς τη γειτονιά που έπαιξε και μεγάλωσε. Είναι βασικά θλιβερό να χάνουμε και τις εικόνες που υπάρχουν ακόμα στις μνήμες μας… έχουμε ήδη χάσει όλα τ’ άλλα… την ελπίδα ότι θα έρθουν καλύτερες μέρες πάνω απ’ όλα…

    1. renata Συντάκτης

      Αλεπού μου, κι οι εικόνες κι οι μνήμες σβήνουν. Πέρσι το καλοκαίρι με τη μεγάλη μου αδερφή «ξεναγούσαμε¨τα παιδιά της στη δική μας γειτονιά μ’ αφορμή παλιές φωτογραφίες σ΄ένα άλμπουμ . Όλα τα ορόσημά μας χαμένα.
      Όσο για την ελπίδα, είναι το τελευταίο που χάσαμε και το πιο οδυνηρό.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s